Μία αγάπη που εξελίσσεται σε κατανόηση, ενώ βυθίζεται σε ολοένα και πιο έντονη απόγνωση, που πρέπει να φθάσει στο έσχατο όριο της οδύνης για να ανακαλύψει ότι η
ευσπλαχνία δεν έχει όρια». Αυτά σημείωνε, μεταξύ άλλων, η σουηδική Ακαδημία απονέμοντας για το σύνολο του έργου του το 1969 το Νόμπελ λογοτεχνίας στον Σάμιουελ Μπέκετ, ο οποίος γεννήθηκε τέτοιες μέρες το 1906 στο Φόξροκ, κοντά στο Δουβλίνο, και εκτός από θεατρικός συγγραφέας, πεζογράφος και δοκιμιογράφος υπήρξε εμβληματικός ποιητής. Ιδού δεινό δείγμα:
ευσπλαχνία δεν έχει όρια». Αυτά σημείωνε, μεταξύ άλλων, η σουηδική Ακαδημία απονέμοντας για το σύνολο του έργου του το 1969 το Νόμπελ λογοτεχνίας στον Σάμιουελ Μπέκετ, ο οποίος γεννήθηκε τέτοιες μέρες το 1906 στο Φόξροκ, κοντά στο Δουβλίνο, και εκτός από θεατρικός συγγραφέας, πεζογράφος και δοκιμιογράφος υπήρξε εμβληματικός ποιητής. Ιδού δεινό δείγμα:
ΖΕΥΓΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ Τα γεμάτα επιθυμία χείλη της είναι γκρι/ και χωρισμένα σαν μια μεταξωτή θηλιά/ απειλώντας ένα μικρό, παράξενο τραύμα.// Αρπάζεται νωχελικά πάνω/ σε ευαίσθητα κι άγρια πράγματα/ περήφανη που τα έχει αποσυνθέσει/ από τη θανατηφόρα σκιά της ομορφιάς της.// Αλλά θα πεθάνει και η παγίδα της ομορφιάς της/ που τόσο υπομονετικά προσφέρεται/ στην εξημερωμένη άγρυπνη θλίψη μου/ θα σπάσει και θα κρεμαστεί/ σ’ ένα θλιβερό μισοφέγγαρο.
ΘΑ ΗΘΕΛΑ η αγάπη μου να πεθάνει/ και η βροχή να πέφτει πάνω στον τάφο της/ και σε μένα καθώς θα περπατώ στους δρόμους/ πενθώντας την που σκέφτηκε να με αγαπήσει. [Μετάφραση Κατερίνα Καντσού].
ΜΟΝΑΧΟΣ ΣΤΟ ΠΑΓΩΜΕΝΟ κρεβάτι απόψε νιώθω πως θα είμαι μεγαλύτερος από τη μέρα, τη νύχτα, που πάμφωτος έπεσε πάνω μου ο ουρανός, τον έβλεπα από τα πρώτα μου αβέβαια βήματα στη μακρινή γη, εκείνος ήταν. Γιατί απόψε τρομοκρατούμαι ακούγοντας τον εαυτό μου να αποσυντίθεται, και περιμένοντας τις μεγάλες κόκκινες παύσεις της καρδιάς, τις ρήξεις του παχέος εντέρου, τις δολοφονίες που αργά εκτελούνται στο κρανίο μου, τις επιθέσεις στα ακλόνητα υποστυλώματα και των πτωμάτων τη λαγνεία. [Από το «Ηρεμιστικό», μετάφραση Εριφύλλη Μαρωνίτη].
ΤΙ ΘΑ ’ΚΑΝΑ ΧΩΡΙΣ αυτόν τον κόσμο χωρίς πρόσωπο χωρίς απορίες/ όπου η ψυχή δε ζει παρά μια στιγμή/ όπου κάθε στιγμή/ χάνεται στο κενό στη λησμονιά της αλλοτινής της ύπαρξης/ χωρίς αυτό το κύμα όπου στο τέλος/ κορμί και σκιά καταβροχθίζονται/ τι θα ’κανα χωρίς αυτή τη σιωπηλή δίνη των ψιθύρων/ που ασθμαίνει μανιασμένη για βοήθεια γι’ αγάπη/ χωρίς αυτόν τον ουρανό που υψώνεται/ πάνω απ’ τη σκόνη της σαβούρας του/ τι θα ’κανα θα ’κανα ό,τι και χθες ό,τι και σήμερα/ αγναντεύοντας απ’ το φεγγίτη μου μπας και δεν είμαι μόνος/ να πλανιέμαι και να φεύγω μακριά απ’ όλη ετούτη τη ζωή/ σ’ ένα χώρο μπερδεμένο/ χωρίς φωνή ανάμεσα στις φωνές/ που είν’ έγκλειστες μαζί μου.
Η ΜΥΓΑ Ανάμεσα σε μένα και τη σκηνή/ το τζάμι/ άδειο εκτός από εκείνη./ Μπρούμυτα/ μες στα άδεια της εντόσθια/ κεραίες ξετρελαμένες φτερά δεμένα/ πόδια γαμψά στόμα που το κενό βυζαίνει/ σπαθίζοντας το διάστημα σπάζοντας τα μούτρα της/ στο χώρο του αοράτου/ κάτω απ’ τον αδύναμο αντίχειρά μου ανατρέπει/ τη θάλασσα και τον ήρεμο ουρανό. [Από τα «Ποιήματα συνοδευόμενα από σαχλοκουβέντες». [Μετάφραση Γιώργος Βίλλιος].
fsyn.gr Δημήτρης Νανούρης
